βιβλιολογίες
σελίς [ 9 ]
Μυθιστόρημα, ο πρίγκιπας της μυθοπλασίας
Το μυθιστόρημα, όπως το ορίζουμε σήμερα, ως λογοτεχνικό είδος, έχει τις απαρχές του, τις ρίζες του, στον 1ο αιώνα προ Χριστού. Το πρώτο μυθιστόρημα, που γράφτηκε παγκοσμίως, είναι ελληνικό: το «Κατά Χαιρέαν και Καλλιρρόην» του Χαρίτωνος, μία περιπετειώδης και περίπλοκη ερωτική ιστορία, στα πρότυπα των διηγήσεων της εποχής εκείνης. Σώζονται, επίσης, σε άρτια μορφή, άλλες τέσσερις ελληνικές μεταγενέστερες μυθιστορίες: τα «Εφεσιακά του Ξενοφώντος»// το «Δάφνις και Χλόη» του Λόγγου// τα «Αιθιοπικά» του Ηλιόδωρου// και «Τα κατά Λευκίππην και Κλειτοφώντα» του Τάτιου, που η συγγραφή τους ανάγεται στον 2ο και 3ο αιώνα μ. Χ. Αλλά η σύνθεση ελληνικού μυθιστορήματος πάει πιο παλιά, στον 8ο αιώνα π.Χ.. Η Ομήρου Οδύσσεια είναι ένα ηρωικό ποιητικό μυθιστόρημα με όλα τα απαιτούμενα στοιχεία δομής, που έχει ως κύριο θέμα του το νόστο. Η υπόθεση, μια περιπέτεια που διαρκεί σαράντα και μία ημέρες, ξεδιπλώνεται σε 12000, περίπου, στίχους και περιέχει αμέτρητους ήρωες που πλαισιώνουν τον πρωταγωνιστή. Κι αν ενοχλεί το «ποιητικό», ας έχουμε υπόψη μας πως και ο Σεφέρης χαρακτήρισε την τρίτη του ποιητική συλλογή Μυθιστόρημα, επειδή ακριβώς τα ποιήματα συναποτελούσαν μέρη της υπόθεσης ενός μυθιστορήματος. Επιπροσθέτως, οι ειδικοί θεωρούν και την Κύρου παιδεία του Ξενοφώντος, που γράφτηκε τον 5ο αιώνα π.Χ., βιογραφικό μυθιστόρημα. Στο βιβλίο αυτό υπάρχει και η ιστορία με την έννοια του πραγματικού, που είναι η στρατιωτική και πολιτική δραστηριότητα του Κύρου Β΄, του Μέγα, αλλά και ο μύθος, αφού ο συγγραφέας επιλέγει ένα διαφορετικό, ειρηνικό, τέλος για τον ήρωά του.
Αντίστοιχα, το πρώτο δυτικό, ευρωπαϊκό
μυθιστόρημα γράφτηκε το 12ο αιώνα και είναι το Ρομάντζο
της Τροίας του Σεντ Μορ, ενώ ο «Δον Κιχώτης» του Θερβάντες, που
θεωρείται πληρέστερη μορφή μυθοπλασίας, γράφτηκε μόλις τον 16ο αιώνα. Ήδη, πολύ
νωρίτερα, από τον 10ο και μέχρι τον 15Ο αιώνα, ανθεί στον ελληνικό χώρο
το ηρωικό και το ερωτικό μυθιστόρημα σε
πρωτότυπες ή εμπνευσμένες από δυτικά έργα ιστορίες (Διγενής Ακρίτας,
Λίβιστρος και Ροδάμνη, Καλλίμαχος και Χρυσορρόη, Αχιλληίς, Η φυλλάδα του
Μεγ-Αλέξανδρου, κ.α).
Το ελληνικό μυθιστόρημα αφού απουσιάσει παντελώς κατά τη σκοτεινή περίοδο της Τουρκοκρατίας, εμφανίζεται μετά την απελευθέρωση με το Λουκή Λάρα του Βικέλα, την τολμηρή Πάπισσα Ιωάννα του Ροΐδη, το Θάνο Βέλκα του Καλλιγά, και συνεχίζει ακάθεκτο με τα μυθιστορήματα του Παπαδιαμάντη, Τερζάκη, Μυριβήλη και άλλων, που μας είναι πιο γνωστά και οικεία.
Βλέπουμε λοιπόν μια διαχρονική πορεία του
είδους στον ελληνικό χώρο, εδώ και τρεις χιλιάδες χρόνια, με έργα που μελετούν
οι ιστορικοί της λογοτεχνίας σ’ ολόκληρο τον κόσμο.
Ένα πολύ καλό βιβλίο για το αρχαίο
ελληνικό μυθιστόρημα είναι του Tomas Hagg, ενώ για τη νεοελληνική
παραγωγή οι ιστορίες του Λίνου Πολίτη, του Δημαρά, του Κορδάτου, και κάποιες
άλλες δεν καλύπτουν πλήρως το αντικείμενο κι έχουν η κάθε μια τους αδυναμίες
στην παρουσίασή του.
Το 2016, κυκλοφόρησε στην Αγγλία μια
δίγλωσση ανθολογία σύγχρονης ελληνικής ποίησης υπό τον τίτλο «Μέτρα
λιτότητας», της αμερικανίδας καθηγήτριας Νέας Ελληνικής Λογοτεχνίας στο
Πανεπιστήμιο της Columbia, Κάρεν βαν Ντάικ, ένα βιβλίο που
χαρακτηρίστηκε στρατευμένο, αφού έχει άμεση σχέση με την οικονομική
κρίση και τη μετανάστευση των νέων που ακολούθησε. Το μότο του Βαρουφάκη
στιγμάτισε την πρώτη έκδοση και οι υπεύθυνοι το κατάλαβαν έγκαιρα και το
αφαίρεσαν στις επόμενες. Στο βιβλίο αυτό η εν λόγω έγραψε πως στην Ελλάδα δεν
υπάρχει παράδοση στο μυθιστόρημα, το μυθιστόρημα είναι ανύπαρκτο,
λέει. Κι όπως συμβαίνει συνήθως, οι συστημικές εφημερίδες (π.χ.
Καθημερινή) το προέβαλαν, «κάτι παραπάνω από μας θα ξέρει» είπαν (μπορεί και να
μην είπαν) οι δημοσιογράφοι που έσπευσαν να της πάρουν συνεντεύξεις. Εν
πρώτοις, το συμπέρασμα είναι εκτός θέματος, αφού το πόνημα ασχολείται με την
ποίηση κι όχι με την πεζογραφία και δεν είναι προσηκόντως αιτιολογημένο. Αλλά
και επί της ουσίας να το δούμε είναι πέρα για πέρα αυθαίρετο, διότι τότε τι
είναι οι Έμποροι των εθνών, Η μεγάλη πλατεία, το μυθιστόρημα της κυρίας
Έρσης, η Αργώ, η Eroica, το Κιβώτιο, Το σόλο του Φίγκαρο, ο Σκελετόβραχος,
οι Ακυβέρνητες πολιτείες, ο Γιούγκερμαν κι
εκατοντάδες άλλες λογοτεχνικές ιστορίες;
Όλως παρεμπιπτόντως, κα Κάρεν βαν Ντάικ,
μήπως μπορείτε να μας πληροφορήσετε πότε γράφτηκε το πρώτο αμερικανικό
μυθιστόρημα; Πάντως, όχι πριν τον 16ο αιώνα.
Προς τιμήν της η εφημερίδα «ΤΟ ΒΗΜΑ»
πέρασε στην αντεπίθεση, και, πράγματι, σε μια γραπτή συζήτηση που άνοιξε,
αμφισβητήθηκε έντονα από τους ειδικούς αυτό το απαράδεκτο κι ανιστόρητο
συμπέρασμα της προαναφερόμενης υπερατλαντικής κυρίας. Ειρήσθω εν παρόδω,
βρέθηκε και μια καθηγήτρια δική μας (δε θα μνημονεύσω βέβαια και τ’ όνομά της!)
που συμφώνησε με τη συνάδελφό της. Η ιστορία μας, δυστυχώς, είναι γεμάτη με
τέτοια νενέκεια παραδείγματα.
Αλλά πως να μη φτερώσει η κα Ντάικ, όταν
όποια κυριακάτικη ελληνική εφημερίδα και ν’ ανοίξεις, θα δεις περισπούδαστες
παρουσιάσεις των βιβλίων του Όστερ και του Ροθ και
άλλων σπουδαίων, ομολογουμένως, συγγραφέων, ενώ παράλληλα αγνοείται παντελώς η
σύγχρονη ελληνική πεζογραφία και οι νέοι συγγραφείς με αποτέλεσμα ο αναγνώστης
να καθ-οδηγείται προς το ξένο βιβλίο και να γυρίζει την πλάτη του
στο ελληνικό.
Η ανθολογία κυκλοφόρησε ένα χρόνο μετά, το
2017, από τις εκδόσεις ΑΓΡΑ. Το μυθιστόρημα είναι το περισσότερο διαβασμένο
είδος γραπτού αφηγηματικού λόγου και η δημοφιλία του αυτή οφείλεται στην ψυχική
ευφορία που προσφέρει η ανάγνωσή του και, συνάμα, στις γνώσεις, με
τις οποίες εμπλουτίζει τη μνήμη μας μ’ έμμεσο τρόπο, γιατί η διδασκαλία δε
συνάδει με την αφηγηματική γραφή. Αλλά και γιατί η υπόθεση είναι
εκτενέστερη απ’ ό,τι στη νουβέλα ή το διήγημα και οι χαρακτήρες
πιο πολλοί, που κάποτε, μάλιστα, ο αριθμός τους εμποδίζει και την κατανόηση
της πλοκής. Δεν πιστεύω πως υπάρχει αναγνώστης του βιβλίου: «Εκατό χρόνια
μοναξιάς» του Νομπελίστα Κολομβιανού συγγραφέα Γκαμπριέλ Γκαρσία
Μάρκες που να ήξερε ποιον Αρκάδιο Μπουενδία είχε κάθε φορά μπροστά
του.
Ο συγγραφέας, μέσω της ιστορίας, βγάζει
στο φανερό τα ελαττώματα των ανθρώπων, ξεδιπλώνει τις παρεκτροπές τους με απλό
τρόπο, ώστε ο αναγνώστης να τις αντιληφθεί και να διορθωθεί, αν έχει υποπέσει
κι ο ίδιος σ’ αυτές, ή να τις αποφύγει, αναλογιζόμενος τα παθήματα των χάρτινων
ηρώων και τη δεινή θέση στην οποία περιήλθαν.
Στο μυθιστόρημα, τον κύριο ρόλο παίζει ο
συγγραφέας. Αυτός δημιουργεί, κινεί τους ήρωες και ευθύνεται για τα όσα
γίνονται, λέγονται, γράφονται ή υπονοούνται. Η μεταβίβαση της υπευθυνότητας
στον αφηγητή, ενίοτε και στους ήρωες, όταν αυτοί διηγούνται τα κατορθώματά
τους, είναι μεν μια βολική πιλάτεια κατάσταση, αλλά λαθεμένη και ακαδημαϊκής
φύσεως. Στην Οδύσσεια, στο τμήμα της που ονομάζεται «Φαιακίδα»
(ραψωδίες ε-ν), αφηγείται ο ήρωας-Οδυσσέας, τις περιπέτειες του στον Αλκίνοο,
στην Αρήτη, στη Ναυσικά και στους λοιπούς παλατιανούς. Τι σημαίνει αυτό; Πως ο
Όμηρος δεν μπόρεσε να ελέγξει τον ήρωά του κι εκείνος τον υποκαθιστά; Όχι
βέβαια. Ένα λογοτεχνικό τέχνασμα είναι, που κάνει πιο ενδιαφέρουσα την αφήγηση.
Στην πλειονότητα των μυθοπλασιών η διήγηση
γίνεται σε τρίτο πρόσωπο. Όχι τυχαία, ούτε είναι δύσκολη η εξιστόρηση σε πρώτο
πρόσωπο. Αυτό συμβαίνει γιατί ο συγγραφέας επιθυμεί την αποστασιοποίηση από την
ιστορία, επειδή θέλει να φτιάξει το μύθο γύρω από το πρόσωπό του. Έτσι, ακόμη
ψάχνουν που αντιστοιχεί το «Μ.» του Καραγάτση, αν ο Κόντογλου χρημάτισε
πειρατής, για να περιγράφει με τόση ακρίβεια και πειστικότητα τα πειρατικά
πλοία, τους πειρατές και τη ζωή τους, ποιο είναι το χωριό Μακόντο του
Γ.Γ. Μάρκες ή ποιοι/ες κρύβονται πίσω από κάποια ψευδώνυμα που
δεν έχουν ταυτοποιηθεί, ως τα σήμερα, με γνωστούς λογοτέχνες. Αντίθετα για
άλλους αποκαλύφτηκαν τα πραγματικά τους ονόματα. Ο Τζωρτζ Έλιοτ ήταν
γυναίκα, η Μαίρη Έβανς ο Άλκης Θρύλος η Ελένη Ουράνη,
ο Δήμος Τανάλιας ο Βάρναλης κι ο Βέρνον
Σάλλιβαν ο Μπορίς Βιάν.
Ο συγγραφέας βρίσκεται πίσω από τις λέξεις
και, κάπου κάπου, βγάζει το κεφάλι του και ψιθυρίζει του αναγνώστη. Ο
εντοπισμός αυτών των σημείων είναι δύσκολος, όχι όμως και ακατόρθωτος. Μ’ αυτόν
τον τρόπο μπορεί κάποιος να σκιαγραφήσει το πορτραίτο του. Η θεωρία της λογοτεχνίας
διήνυσε μεγάλο δρόμο μέχρι να το αντιληφθεί αυτό, και, έκτοτε, την ενδιαφέρει,
πρωτίστως, ο αναγνώστης κι όχι ο συγγραφέας. Ο θεωρητικός ξέρει πια πως από
τους αναγνώστες θα μάθει τις παραμέτρους που συνέθεσαν ένα αφηγηματικό
κείμενο. Ρωτώντας τον καθένα τι κατάλαβε, τι αποκόμισε απ’ την ανάγνωση. Στους
δέκα ερωτώμενους αντιστοιχούν δέκα διαφορετικές απαντήσεις. Θα μου πείτε και τι
με νοιάζει εμένα αν αυτό που διάβασα και πέρασα ευχάριστα κάποιες ώρες, μέρες
είναι ένα αυτοβιογραφικό κείμενο ή μια φανταστική ιστορία; Κι όμως μας νοιάζει.
Οι συγγραφείς μέσα από τα βιβλία τους διαμορφώνουν συμπεριφορές, γίνονται
ινδάλματα, πρότυπα και εδώ ελλοχεύει ο κίνδυνος να παρασυρθεί κανείς, εν αγνοία
του, σε επικίνδυνες ατραπούς, μιμούμενος τα συγγραφικά είδωλα, γιατί ενίοτε τα
φαινόμενα απατούν και δεν έχουν όλοι αγαθές προθέσεις. Τα εμπνευσμένα έργα
γίνονται σύμβολα, διαμορφώνουν την ιστορία, τον πολιτισμό. Τα «Στοιχεία»
του Ευκλείδη καθοδηγούν την επιστημονική σκέψη και πλαισιώνουν, μέχρι
σήμερα, τη μαθηματική επιστήμη που αναφέρεται στ’ ανθρώπινα μέτρα.
Οι αρχαίοι Έλληνες συγγραφείς, γενικά,
αποδείχτηκαν αξεπέραστοι, ασχολήθηκαν με όλα τα είδη του έντεχνου γραπτού
λόγου, τα οποία και εφεύραν, και, αν σωζότανε το σύνολο των έργων τους,
διερωτώμαι για ποιο λόγο να γράψει κανείς σήμερα.
Μερικά βιβλία ευτύχησαν ή δυστύχησαν,
εξαρτάται από ποια πλευρά το βλέπεις, να γίνουν εμβλήματα, σημαίες, όπως ο «Υπεράνθρωπος»
του Νίτσε. Άλλα αποδείχτηκαν προφητικά, όπως του Ιούλιου
Βερν, κι άλλα χρησιμοποιήθηκαν από την επιστήμη για την υλοποίηση των ιδεών
που είχαν οι συγγραφείς, όπως το 1984 του Όργουελ (μεγάλος αδελφός,
συστήματα παρακολούθησης), και του Άρθουρ Κλαρκ (γεωστατικοί δορυφόροι).
Κάπου τρεις χιλιάδες χρόνια μετράει η
γραπτή λογοτεχνία, αν ως αφετηρία λάβουμε τη μεταφορά των ραψωδιών των Ομηρικών
Επών στο «χαρτί», και περισσότερα η προφορική. Τι να ειπωθεί παραπάνω απ’ τα
όσα έγραψαν τα ιερά τέρατα της Τέχνης του λόγου, ο Όμηρος, ο
Παπαδιαμάντης, ο Καμύ, ο Κάφκα, ο Στάινμπεκ, ο Ντοστογιέφσκι, ο Χέμινγουεϊ,
και τόσοι άλλοι, που σήκωσαν ως τον ουρανό το παγκόσμιο λογοτεχνικό οικοδόμημα;
Απολύτως τίποτε! Κι όμως, τα ανήσυχα πνεύματα συνεχίζουν να συν[αντ]αγωνίζονται
στο χάρτινο στίβο, πατώντας γερά στα στέρεα εφαλτήρια που έθεσαν οι μέγιστοι
τεχνίτες της διήγησης. Οι επιρροές λογικές, αναπόφευκτες, πάντα αναγνωρίσιμες
κι, ενίοτε, εξομολογημένες. Λογοτέχνες και συγγραφείς κάθε εμβέλειας σ’
ολόκληρο τον κόσμο πασχίζουν να ξεχωρίσουν, αναμασώντας τα ίδια και τα ίδια, ειπωμένα
με διαφορετικό τρόπο απ’ τον καθένα. Στην ατέρμονη αυτή πορεία οι υπηρέτες του
γραπτού έντεχνου λόγου είναι αλήθεια ότι ανακάλυψαν πρωτότυπους τρόπους
έκφρασης, διαφορετικά ύφη, άλλου τύπου υποθέσεις και θεματολόγια που γεννήθηκαν
απ’ τις νέες πολιτισμικές εκφάνσεις και αξίες, τα νέα ήθη και έθιμα.
Νεωτερισμό για τα λογοτεχνικά χρονικά
αποτέλεσε το μαθηματικό μυθιστόρημα που εισήγαγε ο Ντένι
Γκετζ με το «Θεώρημα του παπαγάλου», που, ωστόσο, είναι πολύ φλύαρο
στο μαθηματικό τμήμα του. Έτσι, δημιουργήθηκε ένα πρόσθετο υποείδος στο χώρο
της μυθοπλασίας. Ένας Έλληνας συγγραφέας, ο Απόστολος Δοξιάδης, με
τον «Θείο Πέτρο και την εικασία του Γκόλντμπαχ» πέτυχε καλύτερο
αποτέλεσμα.
Το αισθηματικό μυθιστόρημα μπορεί
να υπήρχε από καταβολής του γραπτού λόγου αλλά η γραφή τέτοιων, αμιγών ιστοριών
απ’ όλους τους λογοτέχνες ήταν περιορισμένη, επειδή η κατηγορία αυτή εντασσόταν
στην παραλογοτεχνία, μέχρι που η Μάιρα Παπαθανασοπούλου με τον
«Ιούδα που φιλούσε υπέροχα» ν’ ανοίξει διάπλατα τις πόρτες των εκδοτικών
οίκων και σήμερα να κυριαρχεί στις προτιμήσεις ενός κοινού που πριν διάβαζε τα
ανάλογα βιβλία περιπτέρου (Βίπερ Νόρα, Άρλεκιν, κ.ά.), φέρνοντας στο
προσκήνιο μιαν άλλη κατηγορία συγγραφέων που επαίρονται για τα κείμενά τους (Θεέ
μου, δεν θ’ αντέξω άλλη έμπνευση, φέρεται πως είπε κάποιος/α), δεν έχουν
αντίληψη της λογοτεχνικής παράδοσης, δηλαδή οι ιστορίες τους είναι ξεκομμένες
από το βασικό κορμό της εθνικής λογοτεχνίας, συμπεριφέρονται σα να ’χουν πιάσει
τον Πάπα από τα γένια. Τα προηγούμενα είναι διαπιστώσεις του Νάνου
Βαλαωρίτη, που θεωρεί την είσοδο ανθρώπων άσχετων με τη λογοτεχνία, που δεν
έχουν διαβάσει αρκετά, αλλά με ασύλληπτες φιλοδοξίες, ως μία εκ των 7
πληγών της ελληνικής γραφής.
Το εικονογραφημένο μυθιστόρημα,
ως κόμικ, υπήρχε ανέκαθεν, αλλά διαβαζόταν από συγκεκριμένο κοινό, ώσπου
ο Will Eisner με το «Συμβόλαιο με το Θεό» το
ονόμασε graphic novel και το ανέβασε στα ράφια των
βιβλιοπωλείων, δίπλα στα λογοτεχνικά βιβλία. Γιατί και το κόμικ ένα είδος
αφήγησης είναι.
Όσες όμως νέες κατηγορίες και υποκατηγορίες κι αν προστεθούν πάντα θα καταλήγουμε να γράφουμε και να αποθεώνουμε το καλό, το ωραίο και τις αρετές του ανθρώπου, γιατί είναι αυτά που τρέφουν την αιώνια φύση του: την ψυχή, και να στηλιτεύουμε το κακό.
Βάιος Κουτριντζές
συγγραφέας

Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου