βιβλιολογίες
σελίς 3
Συγγραφείς και Συγγραφίσκοι
Διάβασα, διάβασα πολύ στη μέχρι σήμερα ζωή μου και διάβασα όλα ανεξαιρέτως τα είδη του γραπτού λόγου, ξεκινώντας από το πιο δύσκολο είδος το δοκίμιο, που ενίοτε καταντάει επιστημονικό εγχειρίδιο, είναι δυσνόητο, και απαιτεί συγκέντρωση και επισταμένη μελέτη, αναδρομή σε βοηθήματα, ανάσυρση ακαδημαϊκών γνώσεων, σκέψη και συνεχίζοντας με το διήγημα, που πολλοί το χαρακτηρίζουν ως το φτωχό συγγενή του μυθιστορήματος, αλλά δεν είναι, είναι ο προθάλαμος εισαγωγής του εκκολαπτόμενου συγγραφέα στην τέχνη της λογοτεχνικής γραφής, το ισόγειο της πολυώροφης οικοδομής των γραπτών έντεχνων λογοτεχνημάτων, που χωρίς αυτόν θα ήταν αδύνατο να σταθεί όρθιος ο πύργος της βαβέλ των βιβλίων, είναι ένα συμπυκνωμένο γράφημα με όλη τη δομή του μυθιστορήματος, με αρχή μέση και τέλος, με την τελική κορύφωση-έκπληξη που σκάει σαν πυροτέχνημα και μας κάνει να παίρνουμε βαθιά ανάσα και να μη θέλουμε να διαβάσουμε τίποτε άλλο μήπως και καταστρέψουμε την καλή εντύπωση, ύστερα με τη νουβέλα, το μεγάλο διήγημα αλλά συγχρόνως μικρό μυθιστόρημα, όπου τα όρια είναι δυσδιάκριτα, γιατί πώς να σταματήσει την πένα του ο διηγηματογράφος, που τρέχει αφηνιασμένη πάνω στον λευκό κάμπο των χαρτιών, προκειμένου να μη χαρακτηριστεί νουβελο-γράφος, ή πόσο λίγο ακόμα να προσθέσει ο γράφων νουβέλα για να μπει στο χώρο του μυθιστορήματος, βεβαίως κι έχουν τεθεί κανόνες εκ μέρους της θεωρίας της λογοτεχνίας, αριθμός λέξεων (πόσες όμως), πολλοί ήρωες (πόσοι όμως), μεγαλύτερη πλοκή (πόση και πώς μετράται όμως), τη νουβέλα που διαβάζεται πιο εύκολα λόγω «έκτασης», μέχρι που μπερδεύτηκε κι ο μέγας των ελληνικών γραμμάτων και κοντοχωριανός μου (ένα στενό θάλασσας μας χωρίζει) Παπαδιαμάντης και τιτλοφόρησε τα «Ρόδινα ακρογιάλια» μυθιστόρημα, μα οι κανόνες είναι για να παραβιάζονται και ο Σεφέρης τιτλοφόρησε ένα ποιητικό του έργο «Μυθιστόρημα», για να τραβούν οι θεωρητικοί τα μαλλιά τους,
ως κι ο «Κατάδικος» του Θεοτόκη θεωρείται νουβέλα, το μυθιστόρημα την αποθέωση της γραφής που δεν έχει όρια, φραγμούς, αρκεί όλα να είναι μπόλικα, σύνθετα και μεγάλα, αλλά, προς θεού, κατανοητά γιατί το μυθιστόρημα διαβάζεται ευρέως, δεν έχει συγκεκριμένο αναγνωστικό κοινό, πρέπει να το καταλαβαίνει και η κυρα-Μαρία στο χωριό, μην υπομειδιάτε, ποιοι νομίζετε ότι διαβάζουν πρωτίστως τα ένθετα βιβλία-ένθετα των εφημερίδων, συνήθως τα πρωτόλεια των συγγραφέων που εμείς οι μυημένοι τα έχουμε ξεπετάξει νεαροί, και, βέβαια, κανείς δε μέμφεται την κυρα-Μαρία, γιατί εμείς που τα διαβάσαμε βγάλαμε κάνα τρίτο μάτι κάνα κέρατο;, το μυθιστόρημα λοιπόν που οφείλει να περιέχει μια πρωτότυπη μυθιστορία κι όχι μια έτοιμη ιστορία, ένα βίωμα, γιατί τότε πέφτει στην κατηγορία των αυτογραφιών, των χρονικών που είναι άλλα πράγματα, κι εμένα δε μ’ ενδιαφέρουν καθόλου, μια μυθιστορία δημιουργούμενη εκ του μηδενός όπως είπε κι ο Σοπενχάουερ που αποδεικνύει την ικανότητα του συγγραφέα και τον εντάσσει στους καλούς μυθιστοριογράφους, άλλως αναπαράγει ιστορίες της ζωής, κάνει κουτσομπουλιό εν ολίγοις, όσο κι αν το στολίσει με λογοτεχνικά ψιμύθια, το μυθιστόρημα που είναι τόσο μύθος όσο και ιστόρημα, αλλά που να μη γέρνει προς κάποια μεριά, να ισορροπεί στο μεταίχμιο, (εδώ σε θέλω συγγραφέα), τόση πραγματικότητα όση και φαντασία, χωρίς φαντασία δε λογίζεται ένα έργο μυθιστόρημα, χωρίς υπερβατικές διεισδύσεις στον κόσμο των ηρώων, χωρίς το μυστήριο, χωρίς αγωνία που συντηρείται και αυξάνεται προοδευτικά όσο πηγαίνουμε προς το τέλος της ανάγνωσης, το γραπτό παραμένει στη βάση της λογοτεχνικής πυραμίδας, δεν είναι ικανό να κεντρίσει τις ευαίσθητες συναισθηματικές και ψυχικές χορδές του αναγνώστη, τον αφήνει αδιάφορο, επειδή παρόμοιες ιστορίες διαβάζει και στην εφημερίδα του, ιδίως στο αστυνομικό ρεπορτάζ, ακούει και βλέπει στις καθημερινές ειδήσεις, ο αναγνώστης πρέπει να παρασυρθεί απ’ την πλοκή, ν’ ακολουθήσει τους ήρωες να συμπάσχει διαρκώς μαζί τους, να φοβηθεί μην του συμβεί κι αυτουνού κάτι παρόμοιο, ώστε ν’ αναπτύξει νέους αμυντικούς μηχανισμούς, να κλάψει (ναι να κλάψει, και πολύ μάλιστα, γιατί τότε ο συγγραφέας έχει πετύχει, επειδή επετεύχθη ο στόχος του να προσεγγίσει τον αναγνώστη -μια μορφή επικοινωνίας είναι η γραφή-, που αποτελεί διαχρονικό, διακαή πόθο όλων των συγγραφέων του κόσμου, για τα παθήματα των χαρακτήρων), να ευχηθεί να μην του συμβούν τέτοιες συμφορές ή ανάλογα να του συμβούν τέτοιες χαρές, οπότε θα ευφρανθεί, θα χαρεί, να ερωτευτεί κάποιον ήρωα, σε σημείο να ψάξει να τον βρει στον εξω-κειμενικό, πραγματικό κόσμο του που ζει, να του γεννηθούν γενετήσια συναισθήματα κι όχι να μη δει γραμμένη, έστω και μια φορά, κάποια από τις "απαγορευμένες" λέξεις, που αποφεύγει μια μερίδα συγγραφέων που έτσι νομίζουν ή θεωρούν πως κάνουν σοβαρή λογοτεχνία, "συγγραφείς των σχολικών βιβλιοθηκών" ("μα πώς γράφει έτσι αυτός ο συγγραφέας, δε θα μπει ποτέ σε σχολική βιβλιοθήκη"-είπε κάποια συγγραφέας, που δε θέλω να κατονομάσω), συγγραφείς που έχουν σα μόνο στόχο τους να μπουν στ' αραχνιασμένα, στοιχειωμένα ερμάρια των σχολείων, απ' όπου εξοβελίσανε το "Ζικ ζακ στις νεραντζιές" της Έρσης Σωτηροπούλου-πράξη που τα δικαστήρια έκριναν παράνομη, έχουν όμως "Το νησί των θησαυρών" του Στίβενσον με το πειρατικό περιεχόμενο και μη παιδικούς χαρακτήρες εθίζοντας τα τρυφερά κι ευκολόπιστα τρυφερά μυαλά στο χρήμα, την ανθρώπινη μάστιγα, που εμένα με φοβίζει και με τρομάζει ακόμη και σήμερα, ενώ οι άλλοι συγγραφείς είναι τουλάχιστον λάγνοι, κι έτσι κόλλησαν το σουσούμι στον Καραγάτση, οι κριτές του που μάλιστα δεν είχαν γράψει ούτ’ ένα μυθιστόρημα στη ζωή τους (δύο εξ αυτών τουλάχιστον οι Γ.Κ.και Α.Σ.), αλλά πολύ δηλητήριο στη φαρέτρα τους, όμως ο Καραγάτσης διαβάζεται ως σήμερα, ανατυπώνεται συνεχώς, και πόσοι δεν ψάχνουν για χαμένα, λανθάνοντα έργα του σαν τους «Ληστές στα πρόθυρα των Αθηνών», ενώ οι επικριτές του μπήκαν στο Μουσείο αφ' ης στιγμής στέγνωσε η πένα τους.Βάιος Κουτριντζές
συγγραφέας

Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου