Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

ΜΟΝΟΛΟΓΟΣ ΓΥΝΑΙΚΟΣ

 

Μονόλογος γυναικός

 #2

Συνέχεια εκ του προηγουμένου

 


Η γυναίκα μιλάει χωρίς διακοπή

 

...του χαμογελάω για να τον ηρεμήσω, τον βλέπω ζορισμένο, α! διαβάζει πολύ, γράφει ολοένα και τελευταία ζωγραφίζει, τι ζωγραφίζει; εσείς τι λέτε να ζωγραφίζει; υπάρχει «καλή τέχνη» που δεν ασχολείται με τις γυναίκες; γυναίκες ζωγραφίζει και τις πετυχαίνει ο άτιμος, τις φοράει κάτι κ.. με το συμπάθιο, που ακόμη κι εγώ που είμαι γυναίκα τούς λιμπίζομαι, όχι διότι υστερώ σε κείνο το σημείο, κάθε άλλο, ευτυχώς ο Πλάστης μου μου κόλλησε μπόλικο πράμα εκεί πίσω, στρογγυλεμένο, σφιχτό και πεταχτό· διάβασε για λίγο και φαίνεται ότι θα βρήκε αυτό που ήθελε, γιατί έπιασε το πληκτρολόγιο και η οθόνη γιόμισε πίξελ, (δε φαντάζομαι να μην ξέρετε τι είναι τα πίξελ, χα! σας βλέπω να χάσκετε σαν ηλίθιοι!), τι θα κάνετε, βρε ανόητοι, άμα ξεσπάσει κάνας πόλεμος και η ψηφιακή τεχνολογία σωπάσει; φυσικά, θα τη χρησιμοποιούν μόνο για στρατηγικούς σκοπούς, πώς να μας αφανίσουν, δηλαδή, καθοδηγώντας τις βόμβες τους που πετυχαίνουν τη ρόγα του βυζιού μου (κοιτάζει κάποιον θεατή: σας ερέθισα, ε;) από τις βάσεις τους στο φεγγάρι (δεν το ξέρατε! γιατί νομίζατε ότι σκοτώνονται ποιος να πρωτοπατήσει τη σκόνη της Σελήνης; χάριν αναψυχής; ναι, γι’ αυτό ξοδεύουν αμύθητα χρήματα φορολογουμένων!), βρε, δε θα ξέρετε να κάνετε μήτε μια πρόσθεση ακεραίων, κρατήσατε, τουλάχιστον, κανένα κομπιουτεράκι με μπαταρίες, κανένα παλιό αριθμητήριο με χάντρες, σακουλάκια με βελανίδια; α προπό, σκεφτήκατε ότι θα χάσετε όλους τους “φίλους’’ σας στο φατσοτέφτερο, χα! τι φίλοι καλέ! φίδια κολοβά δε λες καλύτερα, ποιος χαίρεται με τη χαρά σας και λυπάται με τη λύπη σας; το αντίθετο συμβαίνει βρε νάρκισσοι που καμαρώνετε μόλις συμπληρώσετε την πρώτη χιλιάδα τους, τι πετύχατε βρε αιθεροβάμονες, αναίσθητοι, κουφιοκέφαλοι, άυλα είναι όλ’ αυτά, στο δρόμο όταν βγαίνετε σας λέει καμιά γκόμενα με σάρκα και οστά ΄΄καλημέρα΄΄; αλλά εκεί εσείς συνδεδεμένοι με τις οθόνες, κολλημένοι πάνω τους σαν βεντούζες μήπως και μυρίσετε τα λουλούδια που σας προσφέρουν στη γιορτή σας, αλλά μπα! τα πίξελ είναι άοσμα ε; το αντιληφθήκατε, επιμένετε όμως, και διαβάζετε όλες τις κουταμάρες του καθενός, που γίνατε όλοι ποιητές και λογοτέχνες, γέμισε ο τόπος χειριστές του λόγου, λογοκλέφτες, βρε, είναι, που αντιγράφουν ξένα κείμενα και τα παρουσιάζουν για δικά τους, φανφαρόνοι, τζάμπα μάγκες, εκεί που δεν σας ήξερε κανένας, σας δώσανε ένα βήμα, δωρεάν (αλλά ο πολύς κύριος Ζ. τώρα ξύπνησε [ή σας τη φύλαγε] και σας ζήσετε μηνιάτικο), και νομίζετε, χάχες, ότι θα πάρετε το κρατικό βραβείο, γιατί όχι, ελπίζετε και σε Νόμπελ! My God! ναι, βρε βλακόμουτρα, Νόμπελ ηλιθιότητος μπορεί να πάρετε, που δικτυωθήκατε παντού, γραφτήκατε σε ανύπαρκτα, άυλα πανεπιστήμια και αλληλοαναγορευτήκατε διδάκτορες (ποιων μαθητών;  ποιου ιδρύματος με θεμέλια;), ο ένας βραβεύει τον άλλο, που δεν τον είδε ποτέ στη ζωή του μήτε γνωρίζει την αξία του, σας μάθαμε πια, αιδώς! και να! κάτι λαβυρινθώδη διπλώματα, ακατανόητα σαν βυζαντινά Ευαγγέλια, φραγγέλιο σας χρειάζεται για να συνέλθετε και να συμμαζευτείτε, γιατί πολύ γελοιοποιηθήκατε, βγείτε έξω ν’ αναπνεύσετε καθαρό οξυγόνο που ζείτε σαν τυφλοπόντικες στο σκοτάδι για να δείχνει φωτεινότερους η οθόνη τους ψηφιακούς κώλους· (κοιτάζει πίσω της) αχά! σταμάτησε και τανιέται, τρίβει τα μάτια του απ’ την κούραση, δε θες να βάλει κι αυτός καμιά τσόντα; μπροστά μου; αν συμβεί κάτι τέτοιο θα διαμαρτυρηθώ, αλλά ξέχασα δεν μπορώ -που να σας εξηγώ τώρα το γιατί…- μου εξηγήθηκε όμως εξαρχής, «βλέπεις και δε μιλάς, ειδάλλως φεύγεις από κει που κάθεσαι» μου ’πε και δέχτηκα, αλλιώς θα μ’ έθαβε η σκόνη στην αποθήκη που ήμουν πριν με πάρει αποκεί και δω Θεού πρόσωπο, μ’ έντυσε, με προσέχει, δε μ’ εκμεταλλεύτηκε, το λέω, αν και θα μπορούσε, όχι, όχι δεν είμαι αχάριστη, με γλίτωσε από κείνον τον αρκούδο που θα μ’ έβαζε κάτω και θα με βίαζε, μ’ είχε απειλήσει «ή θα μου κάτσεις ή πάρε δρόμο αποδώ να φέρω καμιά καινούργια, στη βιτρίνα σ’ έχω μωρή καριόλα, τι άλλο θέλεις;» και δεν έλεγε ψέματα, α προπό, έχετε προσέξει εκείνες τις φανταχτερές κούκλες, με τις σεξουαλικές στάσεις -σπασμένες μέσες, σηκωμένα χεράκια- που τις φοράνε μεταξωτά φορέματα, που χύνονται πάνω τους σαν ρέουσα ζεστή σοκολάτα και κάνουν τις γυναίκες να κρυφοκοιτάζουν τα στραβοχυμένα μέλη τους με απελπισία; (τι δράμα κι αυτό!) ξέρετε, όμως, τι τραβάνε οι κακομοίρες κάτω στα υπόγεια; όλοι οι ανώμαλοι υπάλληλοι πάνω τους ξεσπούν τ’ απωθημένα τους· νάτος, τώρα, που ζωγραφίζει, θα γεμίσει τέμπερες ολόκληρος, λέτσος θα γίνει, πάλι θα τον μαλώσει η γυναίκα του· λέω να τον πάρω για λίγο, και να θαυμάσω το έργο του τελειωμένο, περίεργη είμαι να δω τι θα κατεβάσει γι’ άλλη μια φορά το κεφάλι του· πλησιάστε… μεταξύ μας.. η γειτόνισσα τον έχει βάλει στο μάτι κι αυτός δεν έχει πάρει χαμπάρι πως τον γουστάρει, τόσο μπουνταλάς είναι, θα του το έλεγα, αλλά ζηλεύω η γυναίκα, και την βλέπω που επεξεργάζεται όλα τα γυναικεία κόλπα για να την προσέξει (μια μέρα την έπιασα να τα κατεβάζει όλα! τάχαμ αδιάφορα, αλλά εστίασα το βλέμμα μου στα μάτια της (υπέροχα!) που κόντευαν να ξεπεταχτούν μέσ’ απ’ τις κόγχες τους απ’ το στρίψιμο), μα εκείνος στα μολύβια του και στις κηρομπογιές, που βρωμάνε απαίσια και λερώνουν τα πάντα ανεξίτηλα και τον μαλώνει η Ελεάνα, η γυναίκα του, μπουκιά και συχώριο (καλύτερη από μένα, το παραδέχομαι), με το δίκιο της, μα εκείνος δεν ακούει και συνεχίζει να βάφει χέρια, ρούχα, τραπεζομάντηλα (να μου αγοράσεις καινούργιο του αγρίεψε μια μέρα), το πάτωμα, απόκτησε η αλεπού πυριόβολο και βάλθηκε να κάψει όλο το δάσος, πάντως, οφείλω να το ομολογήσω, έμαθε να σκιτσάρει το γυναικείο σώμα με θαυμαστή ακρίβεια, δεν μπορεί θα γνώρισε στη ζωή του πολλές γυναίκες, γιατί, τώρα, έχει μόνο δύο, την Ελεάνα που σας είπα, τη γυναίκα του, και τη Φοίβη, μια παλιά γκόμενα που δε χώρισαν ποτέ, την έχω δει, όμορφη είναι και καλλίσωμη, κρύβει τις φωτογραφίες της μέσα σ’ ένα φάκελο του λάπτοπ με κωδικό, και κάπου κάπου τον ανοίγει και τότε της τηλεφωνεί και όσο ΄΄τα λένε΄΄ με κοιτάζει στα μάτια κι εγώ χάνω τον κόσμο, λιώνω, το τι ακούω και βλέπω δε λέγεται, τηλεφωνικό σεξ το λένε, ξέρω, και βολευόμαστε όλοι, αλλά σώσε λεβέντη μ’ το χορό, γιατί θα μας πάρουνε χαμπάρι “όλοι οι μαστόροι” που τραγουδάει κι ο Σάκης Μπουλάς,

Ο άντρας κλείνει απότομα το τηλέφωνο και παίρνει ένα φάκελο και μια στοίβα περιοδικά, γράφει πυρετωδώς επί ώρες πολλές και ξάφνου τον ακούγεται να λέει νευριασμένος, «γαμώ το! μου λείπει ένα τεύχος» και σηκώνεται να ψάξει κι αναποδογυρίζει τα πάντα μες στο γραφείο και δεν προσέχει και την στριμώχνει πίσω από κάτι ασήκωτους φακέλους.

 συνεχίζεται

 © ΒΚΤS 26_4_15

Σχόλια

ΣΕΛΙΔΑΡΙΘΜΗΣΗ