ΜΟΝΟΛΟΓΟΣ ΓΥΝΑΙΚΟΣ
τρίτο μέρος
Η γυναίκα που είχε σιωπήσει για λίγο συνεχίζει το μονόλογό της.
Από
τότε, έζησα στο σκοτάδι θαμμένη, δυσκολευόμουν ν’ αναπνεύσω η δύστυχη, δεν μπορούσα
να κινηθώ, κι η φωνή μου δεν ακουγόταν, γιατί αν την άκουγε θα με ξέθαβε, κι
ούτε μπορώ να υπολογίσω πόσος χρόνος πέρασε μες στον όρθιο τάφο μου· όλο αυτό
το χρονικό διάστημα δεν τον έβλεπα μα τον άκουγα, κάτι ήταν κι αυτό, κι ήλπιζα
πως κάποτε θ’ ανακάλυπτε την απουσία μου, αλλά οι ελπίδες μου αποδείχτηκαν
φρούδες· τις περισσότερες ώρες κοιμόμουν, μα πόσο σημαντικό ήταν αυτό το
“τεύχος”; κι αναστάτωσε το σύμπαν να το ψάχνει; και κει που είχα απελπιστεί φως
με στράβωσε κι άκουσα τη φωνή του, «καλή μου εδώ είσαι; γιατί δε μιλάς; » θα
του ’λεγα κάτι… έτοιμη ήμουν, αλλά τυγχάνω από σπίτι και δε μίλησα, με τράβηξε
λοιπόν και μ’ έβγαλε απ’ τον τάφο μου, μου διόρθωσε με το μολύβι faber castell 2B τα μαλλιά
μου κι έσιαξε με τα δάχτυλά του τη φούστα μου που είχε γίνει ζάρα κι εγώ
γαργαλιόμουνα κι ανακάτευα τα πόδια μου (τι λέτε; μ’ ακούμπησε «εκεί» ή όχι;), παραλίγο
να τον αγκάλιαζα, μα στους τρεις τέταρτη δε χωράει σκέφτηκα, ας φανώ κυρία και
τότε με φίλησε, ναι! ένιωσα τα χείλη του, Θεέ μου! και τον άκουσα να με
παρακαλάει χαϊδεύοντας το δεξί μου αυτί με την ανάσα του:
«Γαληνάκι μου, βρες μου το χαμένο περιοδικό, ξέρω ότι εσύ
διαθέτεις τις κατάλληλες ικανότητες κι εγώ να δεις…»,
«Τι να δω βρε Άγη, (το όνομά του), -που δε μου ρίχνεις
ματιά κι έρεψα η φουκαριάρα, και, τώρα, άλλα περίμενα…, αλλά σπολάτη, (αυτά τα
σκέφτηκα, δεν το ξεστόμισα)- πες μου, τι ψάχνεις;»,
«Το 8 της τρίτης διαδρομής του “τραμ”»,
«..του γνωστού λογοτεχνικού περιοδικού της
Θεσσαλονίκης;»,
«..το ξέρεις;»,
«Τι κάνουμε; μπρίκια κολλάμε, ρε Άγη;» και του είπα
που το είδα τελευταία φορά, γιατί αυτή είναι η δουλειά μου, κάτι σαν
βιβλιοθηκονόμος να πούμε,
«Γαληνάκι, αν το βρω θα σε κάνω βασίλισσα!»,
Αυτό που μ’ άρεζε, ήταν πως χρησιμοποιούσε το
υποκοριστικό ΄΄Γαληνάκι΄΄ λες και είχαμε… άντε… άντε… αλλά αυτήν την ατάκα κάπου
την έχω ξανακούσει, δε θυμάμαι, όμως, πού….
Ένας βαλτός θεατής φωνάζει:
-Ο Βέγγος!
Γέλια.
Η γυναίκα χαμογελάει και συνεχίζει.
«Καλά… καλά… βρες το πρώτα..» του είπα κι έτρεξε μέσα
στο σπίτι στο μέρος που του υπέδειξα (προφανώς) και γύρισε κρατώντας ένα λεπτό
βιβλιαράκι κι είπα: γι’ αυτό το τσόφλι όλο το νταβατούρι; και με πήρε στην
αγκαλιά του και με ξαναφίλησε στα χρωματιστά μου μάτια, που όμοιά τους δεν έχει
άλλη γυναίκα -σημειώστε το αυτό- κι ένιωσα να λιποθυμώ στα χέρια του… (παύση)… μόλις,
προλαβαίνω να σας πω το μυστικό που προσπάθησα να σας κρύψω μες στη φλυαρία μου…
(παύση)… δηλαδή, πως δεν είμαι γυναίκα… όχι, όχι,.. στραβά ξεκίνησα, είμαι μεν
γυναίκα και τηρώντας τις αναλογίες, και περιαυτολογώντας, θα χαρακτήριζα τον
εαυτό μου θεογκόμενα, με βελούδινο κορμί, (κοιτάζεται και αυτοθαυμάζεται) ζωγραφιά
αληθινή… (παύση)… κι όποιος κατάλαβε κατάλαβε, τι εννοώ…
Ο άντρας, που στο μεταξύ, έχει πλησιάσει, την
αγκαλιάζει.
Η γυναίκα γέρνει πάνω του και σηκώνει ψηλά τη δεξιά
γάμπα και λέει
… αλλά, τώρα, αφήστε με να χαρώ τα χάδια του να νιώσω
κι εγώ σαν γυναίκα (το ΄΄σαν γυναίκα΄΄, πολύ έντονα) βρε αδελφέ.
Η σκηνή αρχίζει να κλείνει και, όταν ανοίγει, η
γυναίκα κάθεται ακούνητη στην καρέκλα με το ένα πόδι πάνω στο άλλο να σκάβει το
σώμα της σκυμμένη μπρος στον φωτεινό υπολογιστή. Πληκτρολογεί και, ταυτόχρονα,
μιλάει στο κινητό της (σε ανοιχτή ακρόαση), τελευταίας τεχνολογίας.
-Έλα, Εριφύλη, τι κάνεις;
- Διαβάζω τα
σχόλια κάτω απ’ την τελευταία φωτογραφία που ανέβασες · πολύ τολμηρή ρε
φιλενάδα! 10000 like!
-Στοχεύω ένα εκατομμύριο ακολούθους, καλή μου…
Ακούγονται γέλια από κάτω.
Γυρίζει προς τους θεατές αδιάφορη, μισογελώντας, γιατί
άλλα έλεγε προηγουμένως.
-Άμα πετάξεις κάτι ακόμα από πάνω σου, αν και δεν έχεις
πολλά περιθώρια, θα χτυπήσεις το δισεκατομμύριο βρε μ..ω.
-Χάσ’κα!
-Τ’ ν’ αυτό πάλι;
-Θαυμάσια, εξαίσια… θα σου εξηγήσω. Θα με μάθει, όμως, όλη η
υφήλιος,
-Ναι η Galini με τ… σαν
κάτι τσούλες που…
Ξανά, γέλια από κάτω.
Η Εριφύλη τη διακόπτει, αλλάζοντας θέμα.
-Θα βρεθούμε
μετά τη δουλειά;
-Και τι άλλο να κάνουμε;
-Θα είναι και τα παιδιά;
-Εννοείς τον Σάκη; Πεθαίνει για σένα το παιδί, βρε
αναίσθητη.
Η Γαλήνη γέρνει την καρέκλα προς τα πίσω.
-Είπες: ΄΄πεθαίνει για μένα;΄΄ Να του πεις να μην
βλέπει πολύ YouTube.
-Στο σινεμά το είδε,.. διαβάζει και βιβλία,,, αν
πιστεύεις θεό!
-Ο Σάκης! σώωωπα, καλέ!
Δείχνει πως αιφνιδιάστηκε.
Κλείνει το κινητό και γυρίζει προς τους θεατές.
-Ο Σάκης, λέει απορημένη, πάει ακόμη στον
κινηματογράφο?? Διαβάζει και βιβλία!!
Χειροκροτήματα
Τα φώτα σβήνουν, χωρίς να κλείσει η σκηνή, και, όταν
ανάβουν, ο άντρας σκυφτός σ’ ένα τετράδιο γράφει ταχύτατα και, κάπου κάπου,
σηκώνει το κεφάλι και ρίχνει τη ματιά του σ’ ένα τεράστιο σκίτσο που παριστάνει
μια κοπέλα σαν τη Γαλήνη στην ίδια στάση που περιγράψαμε προηγουμένως.
Κλείνει το τετράδιο, σηκώνεται και φεύγει αργά αργά
τρίβοντας τα μάτια.
Η σκηνή κλείνει, ενώ οι προβολείς φωτίζουν επίμονα το σκίτσο.
Χειροκροτήματα
Τέλος
Σημ.
Τον κεντρικό ρόλο τον ερμηνεύει γυναίκα, διότι ένας άντρας δε θα προκαλούσε
παρόμοια διάχυση νοημάτων και νατουραλιστικών εικόνων της καθημερινότητας. Η
γυναίκα βρίσκεται παντού και είναι δέκτης και πομπός, συγχρόνως, διαφόρων
καταστάσεων.
Ο
συγγραφέας
Βάιος
Κουτριντζές
©
Απαγορεύεται, ρητά, η αυθαίρετη αντιγραφή με οποιοδήποτε μέσο ολοκλήρου ή
τμήματος του μονόλογου, ακόμη κι αν αναφέρεται η πηγή προέλευσης.

Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου