Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Βιβλιολογίες|Δίδυμα μυθιστορήματα

βιβλιολογίες

σελίς [ 8 ]

Δίδυμα μυθιστορήματα






Υπάρχει μια κατηγορία μυθιστορημάτων που μπορούν να χαρακτηριστούν συμπληρωματικά, διότι το νεότερο ολοκληρώνει την ιστορία του αρχικού. Αποτελούν, δηλαδή, ένα «λογοτεχνικό ζεύγος». Πρόκειται για μια ειδική περίπτωση πεζών αφηγημάτων με τα οποία θα ’πρεπε κάποια στιγμή ν’ ασχοληθεί η Ιστορία της Λογοτεχνίας, εμβαθύνοντας στους λόγους και στις πτυχές του φαινομένου, έστω και υπό μορφήν καταγραφής και καταλογογράφησης.

Φυσικά δεν αναφέρομαι στα μυθιστορήματα που γράφουν τμηματικά πολλοί συγγραφείς αλληλοδιαδόχως, σαν το πολύ γνωστό «Μυθιστόρημα των Τεσσάρων», που άνοιξε το δρόμο και για άλλους μιμητές. Εκεί το βιβλίο είναι ένα και ο ιδιαίτερος τρόπος γραφής είναι προσυμφωνημένος. Ο Β συγγραφέας παίρνει τη γραφίδα απ’ τον Α και συνεχίζει το γράψιμο, για να την παραδώσει στον Γ, κ.ο.κ..

Λέγοντας «ζεύγος» το μυαλό του καθενός φαντάζεται μια αμφιμονοσήμαντη έλξη ή σχέση, όπως αυτή προκύπτει από την ανάκληση στη μνήμη γνωστών στερεότυπων της ζωής. Δύο σώματα (π.χ. δύο άνθρωποι), δύο αντικείμενα (π.χ. δύο «δίδυμοι» ήλιοι) που εξαρτώνται στενά το ένα από το άλλο και που η απομάκρυνση κάποιου εξ αυτών δημιουργεί προβλήματα ύπαρξης ή άλλης μορφής και στα δυο, τουλάχιστον προσωρινής φύσης- ενίοτε και μόνιμα. 

Ένα ζεύγος βιβλίων, όμως, είναι κάτι το εντελώς διαφορετικό, διότι το ένα εκ των δύο, το παλαιότερο, μπορεί να υφίσταται αυθύπαρκτο εσαεί, χωρίς την ανάγκη του άλλου, ακόμα κι αν το «άλλο» εξαφανιστεί δια παντός.

Τι συμβαίνει λοιπόν στην πράξη; Ένας συγγραφέας «αναλαμβάνει», με δική του πρωτοβουλία, να συνεχίσει κάποιο πεζογράφημα, συγγραφέα που δε βρίσκεται στη ζωή, με το δικό του ύφος, τη δική του θεώρηση του κόσμου, τα δικά του, γενικά, πιστεύω. Ο συγγραφέας, δηλαδή, του δεύτερου βιβλίου στην καλύτερη των περιπτώσεων ενθουσιασμένος απ’ την πλοκή της ιστορίας του συναδέλφου του, προσφέρεται να τη συνεχίσει, επειδή τη θεώρησε ατελείωτη ή επειδή όντως είναι ατελείωτη. Η πρακτική αυτή, που ευτυχώς δεν είναι ο κανόνας, έχει και θετικά και αρνητικά στοιχεία, γεννά δε και πλείστα ερωτήματα.

Εξ αρχής, καθίσταται αντιληπτό στον καθένα ότι το πρώτο εξ αυτών των έργων δύναται να υφίσταται χωρίς την ανάγκη του δεύτερου, πράγμα όμως που δε συμβαίνει και με το δεύτερο, που οφείλει ακόμη και την υπόστασή του στην ύπαρξη του πρώτου και δεν μπορεί να σταθεί μόνο του. Δηλαδή, εάν κάποιος πάρει να διαβάσει το 2ο είναι αναγκασμένος ν’ αγοράσει και το 1o, ενώ δε συμβαίνει το ίδιο στην αντίθετη περίπτωση.

Η αναγκαιότητα γραφής του ακόλουθου-έργου είναι αμφισβητήσιμη, διότι πραγματοποιείται χωρίς την εξασφάλιση της άδειας του συγγραφέα του πρώτου βιβλίου -ο οποίος ενδεχομένως να μην επιθυμούσε αυτήν την εξέλιξη- κι υπ’ αυτό το πρίσμα ιδωμένη, όσο καλόπιστη κι αν είναι η πράξη του δευτέρου συγγραφέα, πάντα θα καθιστά επιφυλακτικό τον αναγνώστη για τις προθέσεις του.

Αλλά και το αποτέλεσμα είναι ελεγκτέο με την έννοια ότι πολλοί θα μπορούσαν να γράψουν τη συνέχεια της πρώτης ιστορίας, από κει που σταμάτησε, ίσως και με καλύτερο τρόπο, ανάλογα με τη φαντασία που διαθέτει ο καθένας.

Υπάρχει όμως και κάτι που πιθανόν να μην περνά απ’ το μυαλό του δεύτερου συγγραφέα, αλλά γίνεται άμεσα αντιληπτό από τον αναγνώστη: η απομείωση της μαγείας που προκαλούσε η ατελεύτητη γραφή της πρωτότυπης ιστορίας και η οποία διαλύθηκε με τη συνέχιση και ολοκλήρωση του μύθου. Κοντολογίς το έργο δορυφόρος μπορεί να ζημιώνει το αυτόφωτο έργο ρίχνοντας μια σκιά πάνω του.

Κατά την άποψή μου, η ενέργεια των δεύτερων συγγραφέων είχε μόνο αγαθές προθέσεις. Οι λογοτέχνες αυτοί με τη δική τους προσπάθεια ήθελαν ν’ αναδείξουν έτι περαιτέρω τα πρωτοποριακά, όντως, πρωταρχικά μυθιστορήματα, πιθανόν να τα βγάλουν κι απ’ την αφάνεια, και το κατάφεραν.

Παρατηρείται, επομένως, το καταπληκτικό γεγονός: ένα βιβλίο να επηρεάζει το συγγραφικό γίγνεσθαι και συγχρόνως να επωφελείται απ’ αυτό όντας το ίδιο παθητικός δέκτης, αφού ο δημιουργός του δε βρίσκεται εν ζωή.

Έχω την αίσθηση πως οι όποιοι συγγραφείς τέλος πάντων κατέφυγαν σ’ αυτό το λογοτεχνικό τέχνασμα, των συνεχόμενων μυθιστορημάτων, υπάκουσαν σε μια εσώτατη παρόρμηση αισθανόμενοι την ανάγκη ν’ απαντήσουν στο εναγώνιο ερώτημα που όλα τα παιδικά χείλη έχουν προφέρει άπειρες φορές ακούγοντας απ’ τη γιαγιά ( ή μαμά) τους ένα παραμύθι: «Και μετά τι έγινε;». Γιατί ας μην ξεχνάμε ότι οι συγγραφείς μυθιστορημάτων είναι ενδόμυχα παραμυθάδες και λειτουργούν με τους κανόνες γραφής των παραμυθιών. 

Σε προσεχές σημείωμα θ' αναφερθώ στις δύο καταγεγραμμένες περιπτώσεις δίδυμων μυθιστορημάτων στην Ελληνική Γραμματεία.

Βάιος Κουτριντζές 

συγγραφέας



Σχόλια

ΣΕΛΙΔΑΡΙΘΜΗΣΗ